Την Κυριακή 25 Ιανουαρίου στις 9 το πρωί θα πραγματοποιηθεί το ετήσιο μνημόσυνο του Αρχηγού του ενωτικού - απελευθερωτικού αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. στρατηγού Γεώργιου Γρίβα - Διγενή στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην Λεμεσό. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας το Πατριωτικό Κίνημα «Πρώτη Γραμμή» διοργανώνει πορεία προς το κρησφύγετο του Αρχηγού, όπου θα γίνει κατάθεση στεφάνων και ομιλία από τον ιστορικό - συγγραφέα Γιάννη Σπανό. Λεωφορεία για την εκδήλωση της «Πρώτης Γραμμής» θα αναχωρήσουν από όλες τις πόλεις (πληροφορίες 7000-7067).
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ
Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009
ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ. Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΣ

Μάξιμος ο Ομολογητής
και η αίρεση του μονοθελητισμού
Τού Αρχιμ. Μαξίμου Ματθαίου
"Τόν δι οίκτον γενόμενον, ως ευδόκησεν, άνθρωπον, εν δυσί θελήσεσιν, ενεργείαις τε, κατανοούμενον, Οσιε, εκήρυξας Μάξιμε, αποφράττων μιαρών, τα απύλωτα στόματα,μονοθέλητον, μονενέργητον τούτον δοξαζόντων..."
(Στιχηρό προσόμοιο του Εσπερινού)
Ο Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναδείχθηκε μέγας υπέρμαχος της ορθοδόξου πίστεως, εναντιωθείς σε αποφάσεις αυτοκρατόρων και πατριαρχών, οι οποίοι χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων προχώρησαν σε ενέργειες δημιουργίας αιρετικών δοξασιών και υπερασπίσεως αιρετικών ομάδων και λαών και συγκεκριμένα των μονοφυσιτών, προκειμένου να τους προσεταιρισθούν, νοθεύοντας το ορθόδοξο δόγμα και την εξ αυτού απορρέουσα δυνατότητα ανθρωπίνης λυτρώσεως και σωτηρίας, την οποία μας εχάρισε η Θεία Ενανθρώπιση του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Ως γνωστόν η Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος (451) κατεδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού, το αυτό έπραξε και η Ε΄ εν Κωνστανινουπόλει (553).
Παρά τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τους αυστηρούς νόμους των αυτοκρατόρων, ο μονοφυσιτισμός δεν εξαλείφθηκε και έτσι οι περιοχές της Συρίας, Παλαιστίνης, Αιγύπτου, Μεσοποταμίας και Αρμενίας παρέμειναν χωρισμένες από το κέντρο της αυτοκρατορίας, συνέστησαν δε εκκλησίες αποκομμένες από την κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Κατά τον έβδομο αιώνα, εποχή της αραβικής εξαπλώσεως, των περσικών και αβαρικών επιδρομών, η αυτοκρατορία αντιμετωπίζει μείζον πρόβλημα με τις ανατολικές μονοφυσιτικές περιοχές, από τις οποίες προερχόταν κατά μέγα μέρος και το στράτευμα του αυτοκράτορος.
Ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος (610-641), Αρμένιος στην καταγωγή και ο πατριάρχης Σέργιος (610-638), Σύρος, μεγάλοι ηγέτες και οι δύο (διάσωση ΚΠόλεως από την πολιορκία Περσών και Αβάρων το 626 και επανάκτιση του Τιμίου Σταυρού το 630), για να μη χάσει η αυτοκρατορία τις ανατολικές επαρχίες, θέλησαν να συγκρατήσουν τους μονοφυσιτικούς πληθυσμούς με θεολογικές εκφράσεις οικειότερες προς τον δικό τους τρόπο κατανοήσεως του ανθρώπου και του κόσμου.
Επί μεγάλο χρονικό διάστημα ανεζητείτο και εκυοφορείτο λύση, που να συμβιβάζει το ορθόδοξο - κατά τον όρο της Χαλκηδόνος - δόγμα, με τις μονοφυσιτικές απόψεις προς όφελος της αυτοκρατορίας.
Η λύση που επινοήθηκε ήταν ο μονοθελητισμός και, ως συνέπειά του, ο μονοενεργητισμός, του οποίου εισηγητής υπήρξε ο πατριάρχης Σέργιος, υποστηρικτής ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος και εκφραστής ο, διαδεχθείς στον πατριαρχικό θρόνο τον Σέργιο, Πύρρος (638-642, 654).
Σέργιος και Πύρρος συντάσουν την "Εκθεση", μονοθελητικού περιεχομένου, προκειμένου να επιτευχθεί η ένωση των μονοφυσιτικών εκκλησιών της ανατολής με την αυτοκρατορία, που δημοσιεύθηκε το 638 με την υπογραφή του Ηρακλείου και επικύρωθηκε από ενδημούσα στην Κωνσταντινούπολη Πατριαρχική Σύνοδο, που συνεκάλεσε ο Πύρρος, για να υποστηρίξει τις μονοθελητικές απόψεις.
Ομως η λύση αυτή αντί να αποκαθιστά μια ισορροπία, όπως επεδιώκετο, έφερε τον χριστιανικό κόσμο της αυτοκρατορίας ένα βήμα πιο κοντά στον μονοφυσιτισμό. Κι αυτό γιατί με την μία θέληση -και μία ενέργεια- εν Χριστώ, υπερισχύει της ανθρωπίνης Του θελήσεως και ενεργείας η θεία θέληση και ενέργεια, η ανθρωπινη καταργείται, κι έτσι η ανθρωπότης του Χριστού παύει να συμμετέχει στην σωτηρία του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος παραμένει σχεδόν όπου βρισκόταν πριν να γεννηθεί ο Θεάνθρωπος, παθητικά υποταγμένος στο θείο θέλημα, χωρίς να μπορεί με ελεύθερη βούληση να αποφασίσει ως ξεχωριστή προσωπικότητα τη σωτηρία του. Το έργο της ενανθρωπήσεως μένει στο χώρο του συμβόλου και όχι της αληθινής εν ελευθερία ζωής.
Η εφεύρεση του μονοθελητισμού και μονοενεργητισμού, ως "ορθόδοξη" λύση, δεν διέφερε από την αίρεση του μονοφυσιτισμού. Ολα αυτά δεν τα υπολόγισαν οι εισηγητές του μονοθελητισμού, στην προσπάθειά τους να δώσουν πολιτική λύση στο μεγάλο πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν.
Ο μοναχός Μάξιμος (580-662), όμως, γνωρίζει καλά τις διαστάσεις του προβλήματος.
Ελληνας εκ Κωνσταντινουπόλεως, γόνος επιφανούς βυζαντινής οικογένειας, με μεγάλη εγκυκλοπαιδική και ιδιαιτέρως φιλοσοφική παιδεία, σε ηλικία 30 ετών ανέλαβε τα καθήκοντα του πρώτου γραμματέως του Ηρακλείου, γρήγορα όμως απεσύρθη και εκάρη μοναχός στη μονή Φιλιππικού στη Χρυσούπολη. Μετά δε δεκαετή παραμονή εκεί, εμόνασε επί διετία στη μονή Αγίου Γεωργίου της Κυζίκου και το 626 εξ αιτίας της επιδρομής Περσών και Αβάρων έφυγε στην Αφρική, όπου και συνδέθηκε με το μοναχό Σωφρόνιο, μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων, πολέμιο του μονοθελητισμού. Στήν Καρχηδόνα, συναντάται με τον εκθρονισμένο Πατριάρχη Πύρρο, ο οποίος είχε καταφύγει εκεί μετά τον θάνατο του Ηρακλείου (642).
Ο Μάξιμος σε δημόσια συζήτηση με τον έκπτωτο Πύρρο το 645 (J.P.Minge, Patrologia Graeca, τ.91, σ. 287-354), και σε επιστολή του "προς Μαρίνον τον οσιώτατον πρεσβύτερον" στην Κύπρο, την οποία έγραψε το ίδιο έτος (J.P.Minge, Patrologia Graeca, τ.91, σ. 9-38), διατυπώνει με εντυπωσιακή ευκρίνεια τα επιχειρήματά του εναντίον του μονοθελητισμού και του μονοενεργητισμού.
Ομολογεί τις δύο εν Χριστώ θελήσεις, την θεία και την ανθρωπίνη, και μας παρουσιάζει τις άμεσες συνέπειες του ορθοδόξου δόγματος στη σωτηρία και λύτρωση του ανθρώπου, κάτι που μας ενδιαφέρει άμεσα στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Μέ βάση τις απόψεις των μεγάλων Πατέρων και τις αποφάσεις των Οικουμενικών συνόδων καταδεικνύει την συγκεκαλυμμένη "ορθοδόξως" αίρεση. "Ημείς δε τοίς αγίοις Πατράσιν επόμενοι, φαμέν, ότιπερ αυτός (ο Χριστός) ο των όλων Θεός, ατρέπτως γενόμενος άνθρωπος, ου μόνον ως Θεός ο αυτός καταλλήλως τη αυτού θεότητι ήθελεν, αλλά και ως άνθρωπος ο αυτός καταλλήλως τη αυτού ανθρωπότητι (ήθελεν)" (297Β). Δεν είναι δυνατόν, τονίζει, και να παραμένουμε σταθεροί στις αποφάσεις και τον δογματικό όρο της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου περί των δύο εν Χριστώ φύσεων - "Ενα και τον αυτόν Χριστόν υιόν, Κύριον, μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωριζόμενον" - και να ενώνουμε τα θελήματα και τις ενέργειες σ ένα.
Δεν χωρίζονται οι φύσεις από τις ιδιότητες. "Ει το λέγειν τας φύσεις άνευ της εκάστη προσούσης ιδιότητος, ή Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον τον Χριστόν, άνευ των της τελειότητος γνωρισμάτων, αναθεματιζέσθωσαν αι σύνοδοι και προ τούτων οι Πατέρες. Ου μόνον τας φύσεις, αλλά και την εκάστης φύσεως ιδιότητα, ομολογείν ημίν νομοθετήσαντες. Και ου μόνον Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον τον αυτόν, αλλά και της τελειότητος τα γνωρίσματα, τουτέστιν, ορατόν και αόρατον τον αυτόν και ένα λέγοντες, θνητόν και αθάνατον, φθαρτόν και άφθαρτον, απτόν και αναφή, κτιστόν και άκτιστον. Και κατ αυτήν την ευσεβή έννοιαν, και δύο ευσεβώς θελήματα του αυτού και ενός εδογμάτισαν" (300ΑΒ).
Και "ήθελεν" ο Χριστός, βεβαίως, και υπέταξε εκουσίως την ανθρώπινη θέληση στον Θεό και Πατέρα, και δεν ήθελε παρά εκείνο που ο Θεός θέλει. Αυτός είναι ο δρόμος και για τον άνθρωπο, να προσβλέπει προς τον Χριστό ως προς τύπο και υπογραμμό της δικής του θελήσεως (Α΄ Πέτρ. β΄ 21) και να τον μιμείται ελευθέρως. "῾Ο αυτός (Χριστός) όλος ήν Θεός μετά της ανθρωπότητος, και όλος ο αυτός άνθρωπος μετά της θεότητος · αυτός ως άνθρωπος, εν εαυτώ και δι εαυτού το ανθρώπινον υπέταξε τώ Θεώ και Πατρί, τύπος ημίν εαυτόν άριστον και υπογραμμόν διδούς προς μίμησιν, ίνα και ημείς προς αυτόν ως αρχηγόν της ημών αφορώντες σωτηρίας, το ημέτερον εκουσίως προσχωρήσωμεν τώ Θεώ, εκ του μηκέτι θέλειν παρ ό αυτός θέλει" (305D) (Πρβλ. ῾Εβρ. β΄ 10, ιβ΄ 2).
Στήν επιστολή προς Μαρίνον ορίζει την έννοια της θελήσεως και της βουλήσεως ως εξατομικευμένης και ελλόγου θελήσεως του ανθρώπου, η οποία αποφασίζει για το περιεχόμενό της με μια άνευ προηγουμένου ελευθερία. Εκεί αναφαίνεται ο νέος τύπος του θέλοντος ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί πια τη θέλησή του ως ελκόμενη από το αντικείμενό της και τις ιδιότητές του (Αριστοτέλης), αλλά μ ένα τρόπο αυστηρά προσωπικό.
Στή συζήτηση μετά Πύρρου διευκρινίζει ότι, η μεν φυσική θέληση είναι κοινή σε όλους, αλλά το "πώς θέλειν", ο τρόπος δηλ. της χρήσεως, είναι προσωπικός και μάλιστα δημιούργημα του θέλοντος, ως αποτέλεσμα της πνευματικής εσωτερικής καλλιέργειας και ωριμότητος και της υποταγής - υπακοής στο θέλημα του Θεού. "Ου ταυτόν το θέλειν και το πώς θέλειν· ώσπερ ουδέ το οράν και το πώς οράν. Το μεν γάρ θέλειν, ώσπερ και το οράν, φύσεώς (εστι)· και πάσι τοίς ομοφυέσι και ομογενέσι προσόν· το δε πώς θέλειν, ώσπερ και το πώς οράν, τουτέστι θέλειν περιπατήσαι, και μη θέλειν περιπατήσαι, και δεξιά οράν, ή αριστερά, ή άνω, ή κάτω, ή προς επιθυμίαν, ή κατανόησιν των εν τοίς ούσι λόγων, τρόπος εστί της του θέλειν και οράν χρήσεως, μόνω τώ κεχρημένω προσόν, και των άλλων αυτόν χωρίζον, κατά την κοινώς λεγομένην διαφοράν" (293Α). Το οράν εδώ ως αίσθηση κατ εξοχήν οικεία στο νοείν, σημαίνει σχεδόν ό,τι και το θέλειν.
Ο θέλων άνθρωπος έχει εκ των προτέρων αποφασίσει ότι το βλέμμα του έχει σκοπό να επιθυμήσει το αντικείμενο ή αντιθέτως να δεί μέσα σ αυτό την εκπεφρασμένη βούληση του Δημιουργού και ο σκοπός αυτός είναι μόνο αυτού του θέλοντος και κανενός άλλου. Ετσι αναδεικνύεται η μοναδικότης του θέλοντος και εν συνεχεία του πράττοντος ανθρώπου. Πώς όμως αυτή η σαφήνεια της μοναδικότητος εκάστου μπορεί να υποταχθεί παθητικά - ανενεργά - στη θεία θέληση, που θα ήθελε και θα ενεργούσε τα εαυτής ερήμην του "κεχρημένου", δηλαδή της συγκεκριμένης ανθρωπίνης προσωπικότητος; "Θέλησις γάρ το αυτεξούσιον είναι" (301C) λέει στον Πύρρο.
Και πώς μπορεί να καταργηθεί το αυτεξούσιο;
Ο νέος τύπος του θέλοντος ανθρώπου, που είναι ο νέος άνθρωπος, ο ανακαινισμένος εν Χριστώ, είναι ο αποσπασμένος από τις αισθήσεις, ο ελεύθερος εσωτερικά. Η ψυχή του ανθρώπου επιλέγει ελευθέρως ή να ζήσει αληθινά, ελεύθερα και αιώνια ή να παραδώσει την ελευθερία της, ως ευκαιρία για αληθινή ζωή, και να υποκλιθεί σε τυράννους γνωστούς και δοκιμασμένους, τα πάθη, τη ζωή του κακού ως έξη (αμέλεια καλού ορίζει το κακό ο Μάξιμος), τη φθοροποιό τυραννίδα του διαβόλου.
Η θέληση του Θεού και των ανθρώπων, βεβαίως, έχουν κοινό σκοπό, τη σωτηρία των όλων: "πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι" (Α΄ Τιμ. β΄ 4). Αλλά δεν είναι μία η θέληση του Θεού και των ανθρώπων, παρ όλο που είναι ένα το θεληθέν και από το Θεό και από τους ανθρώπους, η σωτηρία των σωζομένων. "Ει γάρ του μεν Θεού το θέλημα φύσει σωστικόν, το δε των ανθρώπων φύσει σωζόμενον, ταυτόν ουκ αν είη ποτέ, το φύσει σώζον και το φύσει σωζόμενον · κάν είς αμφοτέρων σκοπός, η σωτηρία των όλων καθέστηκεν · υπό μεν Θεού προβεβλημένη, υπό δε των αγίων προηρημένη" (25Β).
Ο Θεός προβάλλει το θέλημά Του, οι άνθρωποι -οι άγιοι- το προαιρούνται με το δικό τους θέλημα.Ετσι, λοιπόν, ο Χριστός παρέχει σε όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα, όπως το ανθρώπινο θέλημα του και οι απορρέουσες ενέργειές του, να γίνωνται τόπος, υλοποίηση και τρόπος υπάρξεως του είναι. Αν καταργείται το ανθρώπινο θέλημα και οι ενέργειες του Θεανθρώπου, πώς μπορεί ο άνθρωπος να σωθεί;
Συμπερασματικά:
"Είς ούν εκ δύο φύσεων ο Χριστός, θεότητός τε και ανθρωπότητος, μονογενής Λόγος και Υιός και Κύριος της δόξης· εν αίς γνωρίζεται και αίς αληθώς υπάρχων πιστεύεται, δύο τε φυσικάς και γενικάς, και των εξ ων ήν συστατικάς κινήσεις, ήγουν ενεργείας έχων, ων αποτελέσματα τα κατά μέρος ήν ενεργήματα, εξ αυτού τε προβαλλόμενα, και υπ αυτού τελειούμενα, χωρίς τομής των εξ ων υπήρχε, και της οιασούν δίχα συγχύσεως. Ου γάρ υπομένει τομήν ή σύγχυσιν ο μηδέποτε τροπαίς υποκείμενος, και πάσι τοίς ούσι την τε του είναι και πώς είναι διαμονήν τε και σύστασιν παρεχόμενος" (36D).
Οι ορθόδοξες αυτές θέσεις, είναι η μεγάλη προσφορά του Αγίου Μαξίμου στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητος.Ο Πύρρος, αφού εξήντλησε όλα τα αντίθετα επιχειρήματα και αφού επείσθη από την καθαρότητα της σκέψεως του Αγίου Μαξίμου συνεπικουρουμένης από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, υποσχέθηκε ότι θα δηλώσει έμπρακτα τη μετάνοιά του στη Ρώμη ενώπιον του Πάπα, πράγμα το οποίο και έκανε. Μεταμελήθηκε όμως αργότερα και επανήλθε στις προηγούμενες αιρετικές απόψεις του, επέστρεψε δε και στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως για λίγους μήνες (654) επί του ομόφρονος αιρετικού αυτοκράτορος Κώνσταντος του Β΄ (641-668), εγγονού του Ηρακλείου, ο οποίος εξέδωσε τον "Τύπον", διάταγμα υπερασπίζον την αίρεση του μονοθελητισμού.
Στά τέλη του 645 ο Μάξιμος μετέβη στη Ρώμη μαζί με τους μαθητές του, δύο Αναστασίους, Θεόδωρον και Ευπρέπιον, όπου έπεισε τον Πάπα Μαρτίνο τον Α΄ να συγκαλέσει Σύνοδο. Από κοινού αποφάσισαν τη σύγκληση της Συνόδου του Λατερανού του 649, η οποία κετεδίκασε την αίρεση των μονοθελητών, τα αιρετικά διατάγματα των αυτοκρατόρων - την Εκθεση του Ηρακλείου και τον Τύπο του Κώνσταντος του Β΄ - και ανεθεμάτισε τους υπαιτίους και αρχηγούς της αιρέσεως Σέργιο και Παύλο πατριάρχας ΚΠόλεως, Κύρο Αλεξανδρείας, Μακάριο Αντιοχείας και Θεόδωρο επίσκοπο Φαράν. Τήν ενέργεια αυτή ο αιρετικός αυτοκράτορας Κώνστας ο Β΄ την θεώρησε στάση και διέταξε τη σύλληψη του Πάπα Μαρτίνου, και κατόπιν του Μαξίμου και των μαθητών του, οι οποίοι το 653 ωδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Αγιος Μάξιμος μετά από πιέσεις, ανακρίσεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια (κόψιμο της γλώσσης και της δεξιάς χειρός) και διαδοχικές εξορίες, εκοιμήθη τη 13η Αυγούστου του 662 στο φρούριο Σχίμαρι της Λαζικής και ετάφη στη Μονή του Αγίου Αρσενίου.
Τά αυτά έπαθαν και οι μαθητές του εξόριστοι σε φρούρια της Θράκης και ο Αγιος Μαρτίνος Πάπας Ρώμης, ο ῾Ομολογητής, ο οποίος εκοιμήθη το 655, εξόριστος στη Χερσώνα.῾Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος του 680/681, η οποία συνεκλήθη στη Κωνσταντινούπολη, βασιλεύοντος Κωνσταντίνου Δ΄ του Πωγωνάτου (668-685), με τη συμμετοχή εκατόν εβδομήκοντα Πατέρων, κατεδίκασε τον μονοθελητισμό και μονοενεργητισμό και τους επιφανέστερους εκπροσώπους τους, τον επίσκοπο Φαράν Θεόδωρο, τον πάπα Ρώμης Ονώριο Α΄, τους πατριάρχες ΚΠόλεως Σέργιο, Παύλο, Πύρρο και Πέτρο, τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύρο, τον Αντιοχείας Μακάριο και Στέφανο τον μαθητή του, και Πολυχρόνιο τον νηπιόφρονα γέροντα "τους τολμήσαντας έν θέλημα και μίαν ενέργειαν δογματίσαι έχειν μετά την σάρκωσιν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν· ούς μετά των συμφρονούντων αυτοίς εξέκοψε της Εκκλησίας και ανεθεμάτισεν η αγία αύτη σύνοδος · δύο θελήματα φυσικά, και δύο ενεργείας ομοίως έχειν μετά την σάρκωσιν δογματίσασα, και κυρώσασα, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ουκ εν διαιρέσει προσώπων, αλλ' ότι ουδεμία φύσις των δύο φύσεων επί Χριστού αθέλητος ήν, ή ανενέργητος, ίνα μη, των ιδιωμάτων τούτων εκατέρας της φύσεως αναιρουμένων, της ενεργείας και της θελήσεως, και αι φύσεις, ων εισιν ιδιώματα, συναναιρείσθαι δοκώσιν" (Ζωναράς).
Η Αγία μας Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Μαξίμου, του Ομολογητού, την 21η Ιανουαρίου (τιμητική μνήμη μέσα στο μήνα των Μεγάλων Πατέρων), τη 13η Αυγούστου, ημέρα της κοιμήσεώς του (που το Συναξάρι εσφαλμένως αναγράφει μνήμη της μεταθέσεως του Λειψάνου του;) και την 20ή Σεπτεμβρίου μετά των μαθητών του Αναστασίου, Αναστασίου ετέρου, Θεοδώρου και Ευπρεπίου και του Αγίου Μαρτίνου, Πάπα Ρώμης, του Ομολογητού (η μνήμη του Αγίου Μαρτίνου, τιμάται και χωριστά τη 13η Απριλίου).
και η αίρεση του μονοθελητισμού
Τού Αρχιμ. Μαξίμου Ματθαίου
"Τόν δι οίκτον γενόμενον, ως ευδόκησεν, άνθρωπον, εν δυσί θελήσεσιν, ενεργείαις τε, κατανοούμενον, Οσιε, εκήρυξας Μάξιμε, αποφράττων μιαρών, τα απύλωτα στόματα,μονοθέλητον, μονενέργητον τούτον δοξαζόντων..."
(Στιχηρό προσόμοιο του Εσπερινού)
Ο Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναδείχθηκε μέγας υπέρμαχος της ορθοδόξου πίστεως, εναντιωθείς σε αποφάσεις αυτοκρατόρων και πατριαρχών, οι οποίοι χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων προχώρησαν σε ενέργειες δημιουργίας αιρετικών δοξασιών και υπερασπίσεως αιρετικών ομάδων και λαών και συγκεκριμένα των μονοφυσιτών, προκειμένου να τους προσεταιρισθούν, νοθεύοντας το ορθόδοξο δόγμα και την εξ αυτού απορρέουσα δυνατότητα ανθρωπίνης λυτρώσεως και σωτηρίας, την οποία μας εχάρισε η Θεία Ενανθρώπιση του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.
Ως γνωστόν η Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος (451) κατεδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού, το αυτό έπραξε και η Ε΄ εν Κωνστανινουπόλει (553).
Παρά τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τους αυστηρούς νόμους των αυτοκρατόρων, ο μονοφυσιτισμός δεν εξαλείφθηκε και έτσι οι περιοχές της Συρίας, Παλαιστίνης, Αιγύπτου, Μεσοποταμίας και Αρμενίας παρέμειναν χωρισμένες από το κέντρο της αυτοκρατορίας, συνέστησαν δε εκκλησίες αποκομμένες από την κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Κατά τον έβδομο αιώνα, εποχή της αραβικής εξαπλώσεως, των περσικών και αβαρικών επιδρομών, η αυτοκρατορία αντιμετωπίζει μείζον πρόβλημα με τις ανατολικές μονοφυσιτικές περιοχές, από τις οποίες προερχόταν κατά μέγα μέρος και το στράτευμα του αυτοκράτορος.
Ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος (610-641), Αρμένιος στην καταγωγή και ο πατριάρχης Σέργιος (610-638), Σύρος, μεγάλοι ηγέτες και οι δύο (διάσωση ΚΠόλεως από την πολιορκία Περσών και Αβάρων το 626 και επανάκτιση του Τιμίου Σταυρού το 630), για να μη χάσει η αυτοκρατορία τις ανατολικές επαρχίες, θέλησαν να συγκρατήσουν τους μονοφυσιτικούς πληθυσμούς με θεολογικές εκφράσεις οικειότερες προς τον δικό τους τρόπο κατανοήσεως του ανθρώπου και του κόσμου.
Επί μεγάλο χρονικό διάστημα ανεζητείτο και εκυοφορείτο λύση, που να συμβιβάζει το ορθόδοξο - κατά τον όρο της Χαλκηδόνος - δόγμα, με τις μονοφυσιτικές απόψεις προς όφελος της αυτοκρατορίας.
Η λύση που επινοήθηκε ήταν ο μονοθελητισμός και, ως συνέπειά του, ο μονοενεργητισμός, του οποίου εισηγητής υπήρξε ο πατριάρχης Σέργιος, υποστηρικτής ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος και εκφραστής ο, διαδεχθείς στον πατριαρχικό θρόνο τον Σέργιο, Πύρρος (638-642, 654).
Σέργιος και Πύρρος συντάσουν την "Εκθεση", μονοθελητικού περιεχομένου, προκειμένου να επιτευχθεί η ένωση των μονοφυσιτικών εκκλησιών της ανατολής με την αυτοκρατορία, που δημοσιεύθηκε το 638 με την υπογραφή του Ηρακλείου και επικύρωθηκε από ενδημούσα στην Κωνσταντινούπολη Πατριαρχική Σύνοδο, που συνεκάλεσε ο Πύρρος, για να υποστηρίξει τις μονοθελητικές απόψεις.
Ομως η λύση αυτή αντί να αποκαθιστά μια ισορροπία, όπως επεδιώκετο, έφερε τον χριστιανικό κόσμο της αυτοκρατορίας ένα βήμα πιο κοντά στον μονοφυσιτισμό. Κι αυτό γιατί με την μία θέληση -και μία ενέργεια- εν Χριστώ, υπερισχύει της ανθρωπίνης Του θελήσεως και ενεργείας η θεία θέληση και ενέργεια, η ανθρωπινη καταργείται, κι έτσι η ανθρωπότης του Χριστού παύει να συμμετέχει στην σωτηρία του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος παραμένει σχεδόν όπου βρισκόταν πριν να γεννηθεί ο Θεάνθρωπος, παθητικά υποταγμένος στο θείο θέλημα, χωρίς να μπορεί με ελεύθερη βούληση να αποφασίσει ως ξεχωριστή προσωπικότητα τη σωτηρία του. Το έργο της ενανθρωπήσεως μένει στο χώρο του συμβόλου και όχι της αληθινής εν ελευθερία ζωής.
Η εφεύρεση του μονοθελητισμού και μονοενεργητισμού, ως "ορθόδοξη" λύση, δεν διέφερε από την αίρεση του μονοφυσιτισμού. Ολα αυτά δεν τα υπολόγισαν οι εισηγητές του μονοθελητισμού, στην προσπάθειά τους να δώσουν πολιτική λύση στο μεγάλο πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν.
Ο μοναχός Μάξιμος (580-662), όμως, γνωρίζει καλά τις διαστάσεις του προβλήματος.
Ελληνας εκ Κωνσταντινουπόλεως, γόνος επιφανούς βυζαντινής οικογένειας, με μεγάλη εγκυκλοπαιδική και ιδιαιτέρως φιλοσοφική παιδεία, σε ηλικία 30 ετών ανέλαβε τα καθήκοντα του πρώτου γραμματέως του Ηρακλείου, γρήγορα όμως απεσύρθη και εκάρη μοναχός στη μονή Φιλιππικού στη Χρυσούπολη. Μετά δε δεκαετή παραμονή εκεί, εμόνασε επί διετία στη μονή Αγίου Γεωργίου της Κυζίκου και το 626 εξ αιτίας της επιδρομής Περσών και Αβάρων έφυγε στην Αφρική, όπου και συνδέθηκε με το μοναχό Σωφρόνιο, μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων, πολέμιο του μονοθελητισμού. Στήν Καρχηδόνα, συναντάται με τον εκθρονισμένο Πατριάρχη Πύρρο, ο οποίος είχε καταφύγει εκεί μετά τον θάνατο του Ηρακλείου (642).
Ο Μάξιμος σε δημόσια συζήτηση με τον έκπτωτο Πύρρο το 645 (J.P.Minge, Patrologia Graeca, τ.91, σ. 287-354), και σε επιστολή του "προς Μαρίνον τον οσιώτατον πρεσβύτερον" στην Κύπρο, την οποία έγραψε το ίδιο έτος (J.P.Minge, Patrologia Graeca, τ.91, σ. 9-38), διατυπώνει με εντυπωσιακή ευκρίνεια τα επιχειρήματά του εναντίον του μονοθελητισμού και του μονοενεργητισμού.
Ομολογεί τις δύο εν Χριστώ θελήσεις, την θεία και την ανθρωπίνη, και μας παρουσιάζει τις άμεσες συνέπειες του ορθοδόξου δόγματος στη σωτηρία και λύτρωση του ανθρώπου, κάτι που μας ενδιαφέρει άμεσα στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Μέ βάση τις απόψεις των μεγάλων Πατέρων και τις αποφάσεις των Οικουμενικών συνόδων καταδεικνύει την συγκεκαλυμμένη "ορθοδόξως" αίρεση. "Ημείς δε τοίς αγίοις Πατράσιν επόμενοι, φαμέν, ότιπερ αυτός (ο Χριστός) ο των όλων Θεός, ατρέπτως γενόμενος άνθρωπος, ου μόνον ως Θεός ο αυτός καταλλήλως τη αυτού θεότητι ήθελεν, αλλά και ως άνθρωπος ο αυτός καταλλήλως τη αυτού ανθρωπότητι (ήθελεν)" (297Β). Δεν είναι δυνατόν, τονίζει, και να παραμένουμε σταθεροί στις αποφάσεις και τον δογματικό όρο της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου περί των δύο εν Χριστώ φύσεων - "Ενα και τον αυτόν Χριστόν υιόν, Κύριον, μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωριζόμενον" - και να ενώνουμε τα θελήματα και τις ενέργειες σ ένα.
Δεν χωρίζονται οι φύσεις από τις ιδιότητες. "Ει το λέγειν τας φύσεις άνευ της εκάστη προσούσης ιδιότητος, ή Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον τον Χριστόν, άνευ των της τελειότητος γνωρισμάτων, αναθεματιζέσθωσαν αι σύνοδοι και προ τούτων οι Πατέρες. Ου μόνον τας φύσεις, αλλά και την εκάστης φύσεως ιδιότητα, ομολογείν ημίν νομοθετήσαντες. Και ου μόνον Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον τον αυτόν, αλλά και της τελειότητος τα γνωρίσματα, τουτέστιν, ορατόν και αόρατον τον αυτόν και ένα λέγοντες, θνητόν και αθάνατον, φθαρτόν και άφθαρτον, απτόν και αναφή, κτιστόν και άκτιστον. Και κατ αυτήν την ευσεβή έννοιαν, και δύο ευσεβώς θελήματα του αυτού και ενός εδογμάτισαν" (300ΑΒ).
Και "ήθελεν" ο Χριστός, βεβαίως, και υπέταξε εκουσίως την ανθρώπινη θέληση στον Θεό και Πατέρα, και δεν ήθελε παρά εκείνο που ο Θεός θέλει. Αυτός είναι ο δρόμος και για τον άνθρωπο, να προσβλέπει προς τον Χριστό ως προς τύπο και υπογραμμό της δικής του θελήσεως (Α΄ Πέτρ. β΄ 21) και να τον μιμείται ελευθέρως. "῾Ο αυτός (Χριστός) όλος ήν Θεός μετά της ανθρωπότητος, και όλος ο αυτός άνθρωπος μετά της θεότητος · αυτός ως άνθρωπος, εν εαυτώ και δι εαυτού το ανθρώπινον υπέταξε τώ Θεώ και Πατρί, τύπος ημίν εαυτόν άριστον και υπογραμμόν διδούς προς μίμησιν, ίνα και ημείς προς αυτόν ως αρχηγόν της ημών αφορώντες σωτηρίας, το ημέτερον εκουσίως προσχωρήσωμεν τώ Θεώ, εκ του μηκέτι θέλειν παρ ό αυτός θέλει" (305D) (Πρβλ. ῾Εβρ. β΄ 10, ιβ΄ 2).
Στήν επιστολή προς Μαρίνον ορίζει την έννοια της θελήσεως και της βουλήσεως ως εξατομικευμένης και ελλόγου θελήσεως του ανθρώπου, η οποία αποφασίζει για το περιεχόμενό της με μια άνευ προηγουμένου ελευθερία. Εκεί αναφαίνεται ο νέος τύπος του θέλοντος ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί πια τη θέλησή του ως ελκόμενη από το αντικείμενό της και τις ιδιότητές του (Αριστοτέλης), αλλά μ ένα τρόπο αυστηρά προσωπικό.
Στή συζήτηση μετά Πύρρου διευκρινίζει ότι, η μεν φυσική θέληση είναι κοινή σε όλους, αλλά το "πώς θέλειν", ο τρόπος δηλ. της χρήσεως, είναι προσωπικός και μάλιστα δημιούργημα του θέλοντος, ως αποτέλεσμα της πνευματικής εσωτερικής καλλιέργειας και ωριμότητος και της υποταγής - υπακοής στο θέλημα του Θεού. "Ου ταυτόν το θέλειν και το πώς θέλειν· ώσπερ ουδέ το οράν και το πώς οράν. Το μεν γάρ θέλειν, ώσπερ και το οράν, φύσεώς (εστι)· και πάσι τοίς ομοφυέσι και ομογενέσι προσόν· το δε πώς θέλειν, ώσπερ και το πώς οράν, τουτέστι θέλειν περιπατήσαι, και μη θέλειν περιπατήσαι, και δεξιά οράν, ή αριστερά, ή άνω, ή κάτω, ή προς επιθυμίαν, ή κατανόησιν των εν τοίς ούσι λόγων, τρόπος εστί της του θέλειν και οράν χρήσεως, μόνω τώ κεχρημένω προσόν, και των άλλων αυτόν χωρίζον, κατά την κοινώς λεγομένην διαφοράν" (293Α). Το οράν εδώ ως αίσθηση κατ εξοχήν οικεία στο νοείν, σημαίνει σχεδόν ό,τι και το θέλειν.
Ο θέλων άνθρωπος έχει εκ των προτέρων αποφασίσει ότι το βλέμμα του έχει σκοπό να επιθυμήσει το αντικείμενο ή αντιθέτως να δεί μέσα σ αυτό την εκπεφρασμένη βούληση του Δημιουργού και ο σκοπός αυτός είναι μόνο αυτού του θέλοντος και κανενός άλλου. Ετσι αναδεικνύεται η μοναδικότης του θέλοντος και εν συνεχεία του πράττοντος ανθρώπου. Πώς όμως αυτή η σαφήνεια της μοναδικότητος εκάστου μπορεί να υποταχθεί παθητικά - ανενεργά - στη θεία θέληση, που θα ήθελε και θα ενεργούσε τα εαυτής ερήμην του "κεχρημένου", δηλαδή της συγκεκριμένης ανθρωπίνης προσωπικότητος; "Θέλησις γάρ το αυτεξούσιον είναι" (301C) λέει στον Πύρρο.
Και πώς μπορεί να καταργηθεί το αυτεξούσιο;
Ο νέος τύπος του θέλοντος ανθρώπου, που είναι ο νέος άνθρωπος, ο ανακαινισμένος εν Χριστώ, είναι ο αποσπασμένος από τις αισθήσεις, ο ελεύθερος εσωτερικά. Η ψυχή του ανθρώπου επιλέγει ελευθέρως ή να ζήσει αληθινά, ελεύθερα και αιώνια ή να παραδώσει την ελευθερία της, ως ευκαιρία για αληθινή ζωή, και να υποκλιθεί σε τυράννους γνωστούς και δοκιμασμένους, τα πάθη, τη ζωή του κακού ως έξη (αμέλεια καλού ορίζει το κακό ο Μάξιμος), τη φθοροποιό τυραννίδα του διαβόλου.
Η θέληση του Θεού και των ανθρώπων, βεβαίως, έχουν κοινό σκοπό, τη σωτηρία των όλων: "πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι" (Α΄ Τιμ. β΄ 4). Αλλά δεν είναι μία η θέληση του Θεού και των ανθρώπων, παρ όλο που είναι ένα το θεληθέν και από το Θεό και από τους ανθρώπους, η σωτηρία των σωζομένων. "Ει γάρ του μεν Θεού το θέλημα φύσει σωστικόν, το δε των ανθρώπων φύσει σωζόμενον, ταυτόν ουκ αν είη ποτέ, το φύσει σώζον και το φύσει σωζόμενον · κάν είς αμφοτέρων σκοπός, η σωτηρία των όλων καθέστηκεν · υπό μεν Θεού προβεβλημένη, υπό δε των αγίων προηρημένη" (25Β).
Ο Θεός προβάλλει το θέλημά Του, οι άνθρωποι -οι άγιοι- το προαιρούνται με το δικό τους θέλημα.Ετσι, λοιπόν, ο Χριστός παρέχει σε όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα, όπως το ανθρώπινο θέλημα του και οι απορρέουσες ενέργειές του, να γίνωνται τόπος, υλοποίηση και τρόπος υπάρξεως του είναι. Αν καταργείται το ανθρώπινο θέλημα και οι ενέργειες του Θεανθρώπου, πώς μπορεί ο άνθρωπος να σωθεί;
Συμπερασματικά:
"Είς ούν εκ δύο φύσεων ο Χριστός, θεότητός τε και ανθρωπότητος, μονογενής Λόγος και Υιός και Κύριος της δόξης· εν αίς γνωρίζεται και αίς αληθώς υπάρχων πιστεύεται, δύο τε φυσικάς και γενικάς, και των εξ ων ήν συστατικάς κινήσεις, ήγουν ενεργείας έχων, ων αποτελέσματα τα κατά μέρος ήν ενεργήματα, εξ αυτού τε προβαλλόμενα, και υπ αυτού τελειούμενα, χωρίς τομής των εξ ων υπήρχε, και της οιασούν δίχα συγχύσεως. Ου γάρ υπομένει τομήν ή σύγχυσιν ο μηδέποτε τροπαίς υποκείμενος, και πάσι τοίς ούσι την τε του είναι και πώς είναι διαμονήν τε και σύστασιν παρεχόμενος" (36D).
Οι ορθόδοξες αυτές θέσεις, είναι η μεγάλη προσφορά του Αγίου Μαξίμου στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητος.Ο Πύρρος, αφού εξήντλησε όλα τα αντίθετα επιχειρήματα και αφού επείσθη από την καθαρότητα της σκέψεως του Αγίου Μαξίμου συνεπικουρουμένης από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, υποσχέθηκε ότι θα δηλώσει έμπρακτα τη μετάνοιά του στη Ρώμη ενώπιον του Πάπα, πράγμα το οποίο και έκανε. Μεταμελήθηκε όμως αργότερα και επανήλθε στις προηγούμενες αιρετικές απόψεις του, επέστρεψε δε και στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως για λίγους μήνες (654) επί του ομόφρονος αιρετικού αυτοκράτορος Κώνσταντος του Β΄ (641-668), εγγονού του Ηρακλείου, ο οποίος εξέδωσε τον "Τύπον", διάταγμα υπερασπίζον την αίρεση του μονοθελητισμού.
Στά τέλη του 645 ο Μάξιμος μετέβη στη Ρώμη μαζί με τους μαθητές του, δύο Αναστασίους, Θεόδωρον και Ευπρέπιον, όπου έπεισε τον Πάπα Μαρτίνο τον Α΄ να συγκαλέσει Σύνοδο. Από κοινού αποφάσισαν τη σύγκληση της Συνόδου του Λατερανού του 649, η οποία κετεδίκασε την αίρεση των μονοθελητών, τα αιρετικά διατάγματα των αυτοκρατόρων - την Εκθεση του Ηρακλείου και τον Τύπο του Κώνσταντος του Β΄ - και ανεθεμάτισε τους υπαιτίους και αρχηγούς της αιρέσεως Σέργιο και Παύλο πατριάρχας ΚΠόλεως, Κύρο Αλεξανδρείας, Μακάριο Αντιοχείας και Θεόδωρο επίσκοπο Φαράν. Τήν ενέργεια αυτή ο αιρετικός αυτοκράτορας Κώνστας ο Β΄ την θεώρησε στάση και διέταξε τη σύλληψη του Πάπα Μαρτίνου, και κατόπιν του Μαξίμου και των μαθητών του, οι οποίοι το 653 ωδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Αγιος Μάξιμος μετά από πιέσεις, ανακρίσεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια (κόψιμο της γλώσσης και της δεξιάς χειρός) και διαδοχικές εξορίες, εκοιμήθη τη 13η Αυγούστου του 662 στο φρούριο Σχίμαρι της Λαζικής και ετάφη στη Μονή του Αγίου Αρσενίου.
Τά αυτά έπαθαν και οι μαθητές του εξόριστοι σε φρούρια της Θράκης και ο Αγιος Μαρτίνος Πάπας Ρώμης, ο ῾Ομολογητής, ο οποίος εκοιμήθη το 655, εξόριστος στη Χερσώνα.῾Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος του 680/681, η οποία συνεκλήθη στη Κωνσταντινούπολη, βασιλεύοντος Κωνσταντίνου Δ΄ του Πωγωνάτου (668-685), με τη συμμετοχή εκατόν εβδομήκοντα Πατέρων, κατεδίκασε τον μονοθελητισμό και μονοενεργητισμό και τους επιφανέστερους εκπροσώπους τους, τον επίσκοπο Φαράν Θεόδωρο, τον πάπα Ρώμης Ονώριο Α΄, τους πατριάρχες ΚΠόλεως Σέργιο, Παύλο, Πύρρο και Πέτρο, τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύρο, τον Αντιοχείας Μακάριο και Στέφανο τον μαθητή του, και Πολυχρόνιο τον νηπιόφρονα γέροντα "τους τολμήσαντας έν θέλημα και μίαν ενέργειαν δογματίσαι έχειν μετά την σάρκωσιν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν· ούς μετά των συμφρονούντων αυτοίς εξέκοψε της Εκκλησίας και ανεθεμάτισεν η αγία αύτη σύνοδος · δύο θελήματα φυσικά, και δύο ενεργείας ομοίως έχειν μετά την σάρκωσιν δογματίσασα, και κυρώσασα, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ουκ εν διαιρέσει προσώπων, αλλ' ότι ουδεμία φύσις των δύο φύσεων επί Χριστού αθέλητος ήν, ή ανενέργητος, ίνα μη, των ιδιωμάτων τούτων εκατέρας της φύσεως αναιρουμένων, της ενεργείας και της θελήσεως, και αι φύσεις, ων εισιν ιδιώματα, συναναιρείσθαι δοκώσιν" (Ζωναράς).
Η Αγία μας Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Μαξίμου, του Ομολογητού, την 21η Ιανουαρίου (τιμητική μνήμη μέσα στο μήνα των Μεγάλων Πατέρων), τη 13η Αυγούστου, ημέρα της κοιμήσεώς του (που το Συναξάρι εσφαλμένως αναγράφει μνήμη της μεταθέσεως του Λειψάνου του;) και την 20ή Σεπτεμβρίου μετά των μαθητών του Αναστασίου, Αναστασίου ετέρου, Θεοδώρου και Ευπρεπίου και του Αγίου Μαρτίνου, Πάπα Ρώμης, του Ομολογητού (η μνήμη του Αγίου Μαρτίνου, τιμάται και χωριστά τη 13η Απριλίου).

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009
Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ. ΤΑΙΣ ΑΥΤΟΥ ΙΚΕΣΙΑΙΣ, ΧΡΙΣΤΕ Ο ΘΕΟΣ, ΣΩΣΟΝ ΤΑΣ ΨΥΧΑΣ ΗΜΩΝ

Ο άγιος Ευθύμιος (377-473) γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας από γονείς που είχαν μεγάλη πίστη και θεάρεστη ζωή, τον Παύλο και τη Διονυσία. Καθότι η μητέρα του ήταν στείρα έλαβε το όνομα Ευθύμιος από τους γονείς του για τη χαρά και ευθυμία που ένιωσαν για τη γέννησή του.Σε ηλικία τριών χρόνων έχασε τον πατέρα του, αλλά η μητέρα του διατήρησε την ψυχική της δύναμη και προστάτευσε το παιδί της.
Ο επίσκοπος Ευτρώιος διέκρινε τα χαρίσματα του παιδιού και το προστάτευσε. Αφού σπούδασε ο Ευθύμιος, χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν ιερέας και μάλιστα κρίθηκε κατάλληλος να διευθύνει το μοναστήρι της Μελιτηνής. Έζησε ασκητικά κοντά στη Λαύρα της Φαράν, όπου γνωρίστηκε με τον όσιο Θεόκτιστο.
Έζησαν και οι δυο τους στην έρημο. Κατά το πρότυπό της Λαύρας της Φαράν ιδρύθηκαν εκεί πολλά μοναστήρια με την επίβλεψή τους. Συμβούλευε τους μοναχούς να μην έχουν δικό τους θέλημα, να κρατούν στην κορυφή την ταπεινοφροσύνη και την υπακοή, να περιμένουν και να μεριμνούν πάντοτε για την ώρα του θανάτου και τη φοβερή της κρίσεως ημέρα.
Τα πολλά χαρίσματα του αγίου Ευθυμίου τράβηξαν κοντά του πλήθος ανθρώπων. Αξιώθηκε από το Θεό να μη βλάπτεται από τα σαρκοβόρα και φαρμακερά θηρία που είχε δίπλα του. Επίσης, έθρεψε θαυματουργικά τετρακόσιους Αρμένιους που πέρασαν από το μοναστήρι του. Ακόμη, αξιώθηκε να απολαμβάνει την κοινωνία και μετάληψή του Αγίου Πνεύματος, να τον καταυγάζει θείο φως και να ‘χει το διορατικό χάρισμα.
Την εποχή που οι αιρετικοί αλώνιζαν παντού ο όσιος στήριξε λαϊκούς και μοναχούς στην ορθή πίστη. Ελάχιστοι έμειναν αμετακίνητοι στην Ορθοδοξία. Ανάμεσά τους και οι μοναχοί του αγίου, που έμειναν πιστοί και στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) και η στάση τους δικαιώθηκε. Ο άγιος Ευθύμιος με ιεραποστολική εργασία χριστιανικού φωτισμού μεταξύ των αραβικών πληθυσμών οδήγησε στη χριστιανική πίστη πολλούς από τους Σαρακηνούς (Άραβες) και καταπολέμησε τις αιρέσεις των Νεστοριανών, Μονοφυσιτών και Μανιχαίων. Η αυτοκράτειρα Ευδοκία, σύζυγος Θεοδοσίου του Β’, που έκλινε προς το μονοφυσιτισμό επανήλθε στους κόλπους της ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού πείστηκε από τον Ευθύμιο.
Η Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη του στις 20 Ιανουαρίου.
Απολυτίκιο
Ευφραίνου έρημος η ου τίκτουσα, ευθύμησον η ουκ ωδίνουσα. ότι επλήθυνέ σοι τέκνα, ανήρ επιθυμιών των του Πνεύματος, ευσεβεία φυτεύσας, εγκρατεία εκθρέψας, εις αρετών τελειότητα. Ταις αυτού ικεσίαις, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Την Κυριακή 25 Ιανουαρίου στις 9 το πρωί θα πραγματοποιηθεί το ετήσιο μνημόσυνο του Αρχηγού του ενωτικού - απελευθερωτικού αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. στρατηγού Γεώργιου Γρίβα - Διγενή στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην Λεμεσό. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας θα ακολουθήσει πορεία προς το κρησφύγετο του Αρχηγού, όπου θα γίνει κατάθεση στεφάνων και ομιλία από τον ιστορικό - συγγραφέα Γιάννη Σπανό. Λεωφορεία θα αναχωρήσουν από όλες τις πόλεις (πληροφορίες 7000-7067).
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009
Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΥΜΕΝΙΟΥ. ΧΑΙΡΕΤΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕ ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΟΙΜΩΔΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΜΕΤΕΛΑΜΒΑΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ. ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΟΛΛΟΥΣΕ ΤΙΠΟΤΑ!!!

ΔΙΟΤΙ ΠΟΛΥ ΑΠΛΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΧΟΤΑΝ ΜΕΣΑ ΤΟΥ, ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΜΕΙΓΜΑ ΑΡΤΟΥ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥ ΜΙΑΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ, ΑΛΛΑ ΤΟ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΣΩΣΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ.
http://www.youtube.com/watch?v=vTQS-dxosjg&feature=rec-HM-fresh+div
Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ, ΕΧΘΡΟΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ

ΔΙΟΤΙ ΠΟΛΥ ΑΠΛΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΧΟΤΑΝ ΜΕΣΑ ΤΟΥ, ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΠΛΩΣ ΕΝΑ ΜΕΙΓΜΑ ΑΡΤΟΥ ΚΑΙ ΟΙΝΟΥ ΜΙΑΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ, ΑΛΛΑ ΤΟ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΣΩΣΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ.
http://www.youtube.com/watch?v=vTQS-dxosjg&feature=rec-HM-fresh+div
Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ, ΕΧΘΡΟΥΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ
ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ. Ο ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Εφέτος κλείνουν 560 έτη από την κοίμηση του εν αγίοις πατρός ημών και ομολογητού Μάρκου αρχιεπισκόπου Εφέσου του Ευγενικού . Ο άγιος Μάρκος (κατά κόσμο Εμμανουήλ), εγεννήθη από ευσεβείς γονείς το 1392 εις την βασιλίδα των πόλεων, Κωνσταντινούπολιν. Ο πατέρας του ωνομάζετο Γεώργιος και ήτο αρχιδικαστής, σακελλίων και διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας, η μητέρα του ωνομάζετο Μαρία και ήτο θυγατέρα του ευσεβούς ιατρού Λουκά.
Αμφότεροι οι γονείς προσπάθησαν και επέτυχαν να αναθρέψουν τον μικρό Εμμανουήλ εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Αλλά ο θάνατος του πατρός του άφησε αυτόν και τον μικρότερό του αδελφό Ιωάννη ορφανούς εις νεαρά ηλικία.
Τα πρώτα γράμματα ο άγιός μας τα εδιδάχθη από τον πατέρα του Γεώργιο, ο οποίος είχε μία ονομαστή ιδιωτική σχολή. Μετά τον θάνατον του πατρός του η μητέρα του τον έστειλε να μαθητεύεση εις τους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικόν και φιλόσοφον Γεώργιον Γεμιστόν Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήτο και ο μετ έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος.
ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΟΣ
Όταν ο νεαρός Εμμανουήλ τελείωσε τας σπουδάς του, ανέλαβε την διεύθυνση της πατρικής σχολής και εις σύντομο χρονικό διάστημα ανεγνωρίσθει ως ένας από τους πλέον λαμπρούς διδασκάλους της ψυχορραγούσης πόλεως. Μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερον, ήσαν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος,-ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης-, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.
Αλλά ο θείος έρως δεν άφησε τον Εμμανουήλ να παρασυρθεί από την γεμάτη υποσχέσεις λαμπρά καριέρα του διδασκάλου, ούτε οι λίαν φιλικές σχέσεις του με τον αυτοκράτορα τον εμπόδισαν να απαρνηθεί τον κόσμο και να καταφύγει εις την νήσον των Πριγκιποννήσων Αντιγόνη, πλησίον του φημισμένου ασκητού Συμεώνος. Εκεί έμεινε αγωνιζόμενος πνευματικώς επί δύο έτη και μετά, κατόπιν των τουρκικών επιδρομών εις τας νήσους, ήλθε με τον γέροντά του εις την περίφημο τότε Μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, εις την Κωνσταντινούπολιν.
Ο μοναχός Μάρκος συνέχισε και εις την νέαν μετάνοιά του την σκληράν ασκητικήν ζωήν. Εις την μονήν των Μαγγάνων, ο άγιος Μάρκος συνέθεσε σχεδόν τα περισσότερα από τα 100 έργα του που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερον.
Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα έργα που έγραψε εναντίων των λατινοφίλων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίον εσέβετο πολύ και τον είχε ως πρότυπο του. Εις την Μονήν αυτήν ο Μάρκος έλαβε και το χρίσμα της ιεροσύνης, κατόπιν πιέσεως, διότι ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο δια τέτοιον υψηλόν λειτούργημα. Σύντομα δε απέκτησε και φήμη καλού πνευματικού, δι,αυτό πολλοί κληρικοί και λαϊκοί έγραφον εις τον άγιον ζητώντες την γνώμη του επί διαφόρων ζητημάτων.
ΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ
Το 1436 και ενώ ακόμη ήτο ιερομόναχος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας τον διορίζει ως αντιπρόσωπο του εις την συγκληθείσαν σύνοδον δια ένωσιν των εκκλησιών. Το ίδιον έτος ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης ο Παλαιολόγος τον αναγκάζει να δεχθεί τον Μητροπολιτικόν θρόνον της Εφέσου που είχε χηρεύσει εκείνον τον καιρόν.
Ο αυτοκράτωρ δείχνει την μεγάλη εκτίμηση που έτρεφε εις τον άγιον Μάρκον διορίζοντάς τον γενικόν έξαρχον της συνόδου. Ούτως ο άγιος ηναγκάσθη να ακολουθήσει τον Πατριάρχη και την λοιπήν αντιπροσωπία εις την Ιταλία.
Ο άγιος Μάρκος πήγε στην σύνοδον με τας καλυτέρας προθέσεις και έδειξε την διαλλακτικότητά του με τον λόγο που συνέθεσε δια τον πάπαν, προτού ακόμη αρχίσουν αι εργασίαι της συνόδου εις την Φερράραν. Μερικοί μάλιστα Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι παρεξήγησαν τον Μάρκον δια την διαλλακτικότητα του ύφους του εις τον διάλογο με τον καρδινάλιο Κεσσαρίνι, και απήτησαν όπως εις το εξής ομιλεί ο Βησσαρίων, Μητροπολίτης Νικαίας.
Το πρώτο θέμα των συζητήσεων ήτο το καθαρτήριο πυρ. Του Βησσαρίωνος αδυνατούντος - λόγω ανεπαρκούς θεολογικής καταρτίσεως - να ομιλήσει, ομίλησε δια τους Ορθοδόξους ο άγιος Μάρκος, εκφωνήσας επί του θέματος τέσσαρες αντιρρητικούς λόγους.
Αι κρυστάλλιναι ορθόδοξοι απόψεις, ως επαρουσιάσθησαν από τον άγιο μας, ενθουσίασαν τον αυτοκράτορα, ο οποίος προσέβλεπε εις τον Μάρκον ως τον μόνον Ορθόδοξο θεολόγο που ηδύνατο να απαντά ευχερώς εις τους λόγους των παπικών. Αλλά ο περί τα θεία άσχετος βυζαντινός αυτοκράτωρ ήλπιζε ότι αι ορθόδοξοι απόψεις θα επεκράτουν, μη γνωρίζων ότι οι παπικοί θα επέμεναν αμετακίνητοι εις τας πλάνας των. Δι΄αύτόν τον λόγο, όταν είδε ότι η παράλογος επιμονή των λατίνων θα ναυαγούσε τον πολιτικό του σκοπό - ήτοι την ένωση των δύο εκκλησιών και την εξ αυτής αναμενόμενη παπική βοήθεια δι αντιμετώπισιν των Τούρκων - άρχισε να πιέζει τους Ορθοδόξους να ακολουθήσουν μία ηπιότερη η καλύτερα ενδοτική γραμμή.
Η ΨΕΥΔΟΕΝΩΣΙΣ
Οι λατίνοι άρχισαν να εφαρμόζουν την γνωστή τακτική των ψιθύρων, ψευδών και εκβιασμών, και ούτω κατ εκείνη την εποχή διένειμαν εις την Φερράραν εκατοντάδας φυλλαδίων, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίας των Ορθοδόξων!!! Βλέποντας την κατάσταση να χειροτερεύει εις βάρος των Ορθοδόξων, δύο εκ των εγκρίτων μελών της Βυζαντινής αντιπροσωπείας, ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Αντώνιος, πρώτος τη τάξει Μητροπολίτης του Οικουμενικού θρόνου και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης, προσπάθησαν να αποδράσουν από την Φερράραν, αλλά ημποδίσθησαν από τον αυτοκράτορα. Και επειδή ο Ιωάννης συνοδευόταν μέχρι τον λιμένα από τον αδελφό του, ο αυτοκράτωρ και ο Πατριάρχης φοβούμενοι τυχόν άλλας απόπειρας αποδράσεως - εν συνεννοήσει μετά των παπικών - μετακίνησαν τις εργασίες της συνόδου από την Φερράραν, που ήτο πλησίον της θαλάσσης, εις την Φλωρεντία.
Όταν δε επανήρχισαν αι εργασίαι της συνόδου ο Εφέσου ήτο ο κύριος ομιλητής των Ορθοδόξων. Αι σαφείς όμως απαντήσεις του και αι ανατροπαί των λατινικών κακοδοξιών προκάλεσαν το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι με την σιωπηρά συγκατάθεση και ανοχή του αυτοκράτορος προσπάθησαν να διαβάλουν τον άγιο Μάρκο, κυκλοφορούντες μάλιστα και την είδηση ότι ο Εφέσου είχε τρελαθεί. Εις μίαν δε συνεδρίαση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας, όταν ο Μητροπολίτης Εφέσου απεκάλεσε τους παπικούς «αιρετικούς» οι Μητροπολίτες Λακεδαίμονος και Μυτιλήνης ύβρισαν τον άγιο και προσπάθησαν να τον κτυπήσουν.
Ο ΕΦΕΣΟΥ ΜΑΡΚΟΣ ΔΕΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ
Διαπιστώνων ο άγιος ότι όλες οι προσπάθειές του να πείσει τους Ορθόδοξους να μην προχωρήσουν εις την ένωση - γενόμενοι θύματα των παπικών - ήσαν μάταιοι, απεσύρθη από του να συμμετέχει ενεργώς εις τας εργασίας της συνόδου.
Τελικώς την 5 Ιουλίου 1439 υπεγράφη η ένωση και ως αναφέρει ο Συρόπουλος οι περισσότεροι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν χωρίς την θέληση των και φοβούμενοι τον αυτοκράτορα. Όταν δε ο πάπας ηρώτησεν εάν υπέγραψε ο Μάρκος και έλαβε απάντηση αρνητική είπε προφορικώς «λοιπόν, εποιήσαμεν ουδέν».Ο υπερόπτης και δεσποτικός πάπας ζήτησε ανερυθριάστως από τον άβουλο βυζαντινό αυτοκράτορα, όπως στείλει τον Μάρκον εις αυτόν δια να τον δικάσει ενώπιον συνοδικού δικαστηρίου, αλλ' ευτυχώς ο αυτοκράτωρ ηρνήθη.
Αργότερα όμως παρεκάλεσε τον Μάρκον, αφού είχε πάρει προφορικές διαβεβαιώσεις δια την ασφάλειάν του από τον πάπα, να εμφανισθεί ενώπιον του ποντίφικα και να εξηγήσει την στάση του. Ο Μάρκος υπακούοντας εις το αυτοκρατορικό πρόσταγμα επήγε εις τον πάπαν. Μάταια όμως προσπάθησε ο αρχιαιρεσιάρχης της δύσεως να τον πείσει να δεχθεί την εκτρωματική ένωση. Όταν δε είδε ότι ο Μάρκος έμεινε αμετακίνητος εις τας απόψεις του, κατέφυγε εις εκβιασμούς και απείλησε ότι θα καταδίκαζε τον άγιό μας ως αιρετικό. Αλλ΄ ο άγιος Μάρκος μη πτοηθείς απήντησε μετά παρρησίας λέγων. «Αι σύνοδοι κατεδίκαζον τους μη πειθωμένους τη Εκκλησία, αλλ' εις δόξαν τινά εναντίον αυτής ενισταμένους και ταύτη κηρύττοντας και υπέρ αυτής αγωνιζόμενους, διό και αιρετικούς εκάλουν αυτούς...
Εγώ δε ου κηρύττω ιδίαν μου δόξαν ουδέ τι εκαινοτόμησα, ουδέ υπέρ αλλοτρίου τινός δόγματος και νόμου ενίσταμαι, αλλ' εις την ακραιφνή δόξαν, τηρώ εμαυτόν».
Ο ΛΑΟΣ ΕΠΙΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟΝ
Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας - Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλίαν δια την επιστροφήν των εις την πολιορκουμένην Πόλιν. Ο αυτοκράτωρ παρέλαβε τον άγιον Μάρκον εις το αυτοκρατορικόν πλοίον. Ύστερα από ταξίδι τριών και ήμισυ μηνών έφθασαν τελικώς εις την Κωνσταντινούπολιν.
Εκεί οι κάτοικοι εδέχθησαν με αισθήματα εχθρικά και απεδοκίμασαν τους υπογράψαντας την ένωση, αλλ' επεδοκίμασαν και ετίμησαν τον άγιόν μας και ως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν»( PG 159, 992).
Ο απλός λαός του Θεού προσέβλεπε εις τον άγιον Μάρκον ως τον μόνον ιεράρχη που είχε το θάρρος και την ικανότητα να υπερασπίσει την Ορθόδοξον πίστη του. Εγνώριζεν ήδη ότι αρκετοί που υπέγραψαν την ένωση είχαν δωροδοκηθεί από τον πάπα, ενώ τα χέρια του Μάρκου ήταν καθαρά. Όταν ο αυτοκράτωρ απεφάσισε να πληρώσει τον πατριαρχικό θρόνο, έστειλε αντιπροσώπους του εις τον άγιον Μάρκον παρακαλών αυτόν να δεχθεί το υψηλόν αξίωμα του Πατριάρχου, αλλ' ο άγιός μας ηρνήθη.
Η ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΗΜΝΟΝ
Την 4ην Μαΐου 1440 ο άγιος Μάρκος ηναγκάσθη να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσαν, διότι εκινδύνευε η ζωή του, και να πάει εις την μητροπολιτική του περιφέρεια, την Έφεσον που ήτο κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού εποίμανεν έπ' ολίγον το λογικόν του ποίμνιον ηναγκάσθη πάλιν, τώρα υπό των Τούρκων και των ενωτικών, να εγκαταλείψει την Έφεσον και εμπήκεν εις πλοίον που επήγαινεν εις το Άγιον Όρος, όπου απεφάσισε να διέλθει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του.
Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό εις την Λήμνο ο άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και εφυλακίσθη εκεί επί διετία. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά ως έγραψε εις τον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως...».
Από την Λήμνο ο άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που απεδέχθησαν την ένωσιν και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και δι' αυτό λέγει : «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».
ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ ΜΑΓΓΑΝΩΝ
Μετά την αποφυλάκισίν του άγιος Μάρκος πιεζόμενος υπό της ασθενείας του δεν ηδυνήθη να αποσυρθεί εις το Άγιον Όρος, αλλ' επέστρεψεν εις την εν Κωνσταντινουπόλει μονήν του, όπου εγένετο δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής υπό του πιστού λαού. Από το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφων επιστολάς εις μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνων αυτούς να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται μετά των ενωτικών.
Οι διωγμοί, αι εξουδενώσεις και αι πιέσεις επεδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του οσίου πατρός, και ούτω την 23ην Ιουνίου τω 1444, αφού είχε καλέσει πλησίον του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε εις τον Γεώργιον Σχολάριον την αρχηγίαν του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήτο δε τότε 52 ετών.
ΤΙΜΑΙ ΑΓΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ ΤΟΥ
Ο πιστός λαός του Κυρίου απορφανισθείς, εθρήνησε πολύ δια την απώλειαν του πνευματικού του πατέρα. Ο δε Γεώργιος Σχολάριος, εξεφώνησεν επικήδειον λόγον εις τον οποίον ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν...νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι». Πνευματικός καρπός του αγίου είναι οι δύο άγιοι μαθηταί του Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος και Διονύσιος.
Αμέσως μετά την οσίαν κοίμησίν του ο Μάρκος ετιμήθη ως άγιος και ομολογητής.
Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ' άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357)
Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του αγίου συνέθεσε ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ' αρχάς η μνήμη του εορτάζετο την 23ην Ιουνίου, αλλά βραδύτερον ωρίσθη η 19η Ιανουαρίου - ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού εις την μονήν του Λαζάρου εις τον Γαλατά. Οι αγώνες του Μάρκου όσον και του μαθητού αυτού Γενναδίου ανεγνωρίσθησαν και εδικαιώθησαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 και κατέγραψε τα ονόματα αυτώ, ως πατέρων αγίων, εις το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΜΕΛΕΤΩΝ «Ο ΑΓΙΟΣ
ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ», ΜΕΘΩΝΗ - ΠΙΕΡΙΑΣ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ
ΚΟΠΗ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑΣ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ''ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ''
Ο πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. του Ιδρύματος Εθνικών και Κοινωνικών Μελετών «Ίων Δραγούμης» σας προσκαλούν στην κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας την Δευτέρα 19 Ιανουαρίου στις 18:00 στον χώρο του Ινστιτούτου (Φιλελλήνων 7, 3ος όροφος).
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
